Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Η επέτειος του "ΟΧΙ" στην εποχή του “ναι” - Ποια είναι η πατρίδα μας; του Χρήστου Κάτσικα


Γνωρίζω πολύ καλά, αναπνέοντας την κιμωλία μέσα στις σχολικές αίθουσες 25 χρόνια ως εκπαιδευτικός και άλλα 12 ως μαθητής, ότι πολλές φορές οι σχολικές γιορτές για αυτή ή την άλλη εθνική επέτειο μόνο χασμουρητά προκαλούν σε όσους, μαθητές και εκπαιδευτικούς, είναι υποχρεωμένοι να τις παρακολουθήσουν.
Ίσως γιατί η κυρίαρχη πολιτική προωθεί την άγνοια του παρελθόντος καθώς γνωρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο υπονομεύει κάθε δυνατότητα δράσης στο παρόν. Ίσως γιατί στο κλίμα της εποχής ευδοκιμεί η υποταγή σ΄ ένα παρόν που θεωρείται αυτονόητο και δεδομένο, ενώ συγχρόνως ξεριζώνονται ερωτήματα που μπορούν να υπονομεύσουν αυτή την εικόνα.
Ίσως και γιατί οι περισσότεροι δεν αντέχουμε να μας μιλάνε σε κάθε επέτειο για πατρίδα, αγώνες, θυσίες και «εθνική υπερηφάνεια», για «εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία» αυτοί που εκποιούν κομμάτι κομμάτι την ελληνική γη και φτωχοποιούν το λαό. Ίσως δεν.........
 αντέχουμε πια να μας μιλάνε σε κάθε επέτειο για «τα περήφανα νιάτα και τα τιμημένα γηρατειά» οι ίδιοι που καταδικάζουν τη νεολαία στην ανεργία και στα μεροκάματα πείνας, σε ένα μέλλον σκοτεινό και αβέβαιο, ενώ την ίδια στιγμή υπογράφουν τον γρήγορο θάνατο των πατεράδων και των μανάδων μας που βγήκαν στη σύνταξη.

Ίσως για κάποιους από αυτούς τους λόγους να κοιτάμε, δάσκαλοι και μαθητές, συχνά τα ρολόγια μας πότε θα τελειώσει κι αυτή η σχολική γιορτή. Κι όμως, οφείλω να σας πω ότι στην πρώτη επέτειο του ΟΧΙ, το 1941, στα πιο μαύρα χρόνια της φασιστικής κατοχής, χιλιάδες απλοί άνθρωποι, με κίνδυνο της ζωής τους ξεχύθηκαν στους δρόμους της σιδηρόφρακτης Αθήνας για να τιμήσουν την ίδια τους την ιστορία.

  Γιατί αγαπητοί μου αυτή η ιστορία μας ανήκει.
Ανήκει στον εργαζόμενο λαό μας, αυτόν που παράγει με τα χέρια του και το μυαλό του τα μύρια αγαθά ενώ την ίδια ώρα γεύεται πείνα και ανασφάλεια. Ανήκει σε αυτούς που αγωνίζονται για την καθημερινή επιβίωση γιατί κάτι σαν και αυτούς τόλμησαν πριν από εβδομήντα χρόνια να πούνε ΟΧΙ στην σκλαβιά την ίδια ώρα που το σύνολο της άρχουσας τάξης, των πλουσίων, των κομμάτων που εξουσίαζαν, οι πολιτικοί πρόγονοι αυτών που σήμερα μιλάνε στις τηλεοράσεις για ανεξαρτησία και δημοκρατία, είτε έφευγαν στο εξωτερικό είτε συγκυβερνούσαν με τον κατακτητή στα μαύρα χρόνια 1940-1944.
 Ήταν αυτοί που έγραφαν το 1941 για τη νύχτα που κατέβηκε η Σβάστικα από το Μανόλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα τα παρακάτω:
 
Αλήθεια δεν θα έπρεπε να υπάρχει τίποτε πιο λυτρωτικό στη σημερινή βαρβαρότητα από μια σχολική γιορτή για την 28η Οκτωβρίου!
 Από τον καιρό εκείνο, την εποχή των παππούδων και των πατεράδων μας πέρασαν 71 χρόνια. Σήμερα, δεν κατεβάζουν πια την ελληνική σημαία απ΄ την Ακρόπολη, μόνο κάτι απλήρωτους συμβασιούχους του υπουργείου πολιτισμού ψεκάζουν σαν τα κουνούπια οι δυνάμεις καταστολής, χτυπώντας και σέρνοντάς τους σαν τα σκυλιά. Σήμερα, δεν πουλά κανείς το σπίτι του για ένα τσουβάλι σιτάρι στους μαυραγορίτες, αλλά του το κατάσχει η τράπεζα για λίγα Ευρώ. Σήμερα, δεν μας πολεμάν οι Γερμανοί με τανκς και στούκας, απλώς, μας πουλάν τα παλιοσιδερικά τους, έτσι που καταχρεωμένοι δε μπορούμε να σηκώσουμε κεφάλι. Σήμερα, δεν κλέβουν τη σοδιά μας, αλλά μας επιβάλλουν πρόστιμα, αν παράγουμε έστω κι ένα κιλό παραπάνω απ΄ το πλαφόν που έχει καθοριστεί  στις Βρυξέλλες. Xιλιάδες οι άνεργοι, η βιομηχανία και η μεταποίηση πέφτει σαν τραπουλόχαρτο και οικονομικά τζάκια, αφού ξεζούμισαν τον εργάτη, το μετανάστη, τον ελαστικό τετραωρίτη μεταφέρουν σαν ύαινες που οσμίζονται το αίμα τα εργοστάσιά “τους” στις διπλανές χώρες των φτηνών χεριών.
 
Και εμείς; Τι περιμένουμε;
Ότι οι κουφοί παραχωρήσεις θα μας κάνουν
κι οι αχόρταγοι κάτι θε να μας δώσουν;
Ότι οι λύκοι θα μας ταΐσουνε αντί να μας καταβροχθίσουν;
Ότι από φιλία θα μας προσκαλέσει η τίγρη
να της βγάλουμε τα δόντια;
Τέτοια περιμένουμε;
Μπ. Μπρέχτ
  Σ’ αυτήν την περίοδο, όπου η κρίση φτάνει με τη μορφή της κόλασης και άρχισε να ανάβει τις φωτιές των θυσιαστηρίων, για να κάψει δικαιώματα και κατακτήσεις, πρέπει να σκεφτούμε πολλαπλά και καίρια. Όταν το κυρίαρχο σύστημα ετοιμάζει για μας και τα παιδιά μας το κολαστήριο της  ανεργίας, των ιδιωτικοποιήσεων, των περικοπών μισθών και συντάξεων, τότε πρέπει ν’ αντιδράσουμε! Να σκεφτούμε πώς δε θα παραδώσουμε ένα κοινωνικό, εργασιακό και πολιτικό καθεστώς χειρότερο απ’ ότι παραλάβαμε. Να αναλύσουμε την κατάσταση με «νου παγερό» και «φλογερή καρδιά», με «μάτι φώσφορο» και «κουμάντο γερό», έτσι ώστε ο φόβος να μένει μονάχος του και κανείς να μην αισθάνεται μόνος.

  Πολλοί άνθρωποι υπήρξαν πάντοτε στην πολιτική τ’ αφελή θύματα των άλλων εφ’ όσον δεν θα ‘χουν μάθει, πίσω από τις φράσεις, τις διακηρύξεις και τις υποσχέσεις, ηθικές, θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές, να διακρίνουν τα συμφέροντα αυτών ή των άλλων τάξεων.
 
Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΠΑΤΡΙΔΑ  Να το καταλάβουμε. Η μια πατρίδα μας ταξιδεύει στα ελβετικά σαλέ, παίρνει μίζες από τις Siemens,  αγοράζει κάμερες που φωτογραφίζουν το λαό, έχει εφεύρει δεκάδες τρόπους για να θωρακίζει το «είναι» και το «αντέχειν» της από τον εσωτερικό εχθρό της. Η άλλη πατρίδα τρέχει για το μεροκάματα, ζει με 500 ευρώ, πεθαίνει στην ανεργία και στην αλλότρια εργασία, αναγκάζεται να πληρώνει τις θηλιές των τραπεζών που βλέπουν τα αμύθητα κέρδη τους να αυξάνονται.
   Αυτές οι δύο πατρίδες συγκρούονται. Άτυπα και φανερά.. Υπόγεια και στους δρόμους. Άλλοτε δυνατά κι άλλοτε αδύναμα. Αλλά συγκρούονται. Ο ένας κόσμος δεν έχει τίποτε κοινό με τον άλλον. Στη Ρώμη, το χειρότερο μαρτύριο ήταν όταν έδεναν ένα υγιές κορμί με ένα σαπισμένο ώσπου να σαπίσει και αυτό. Οφείλουμε να κόψουμε τον ομφάλιο λώρο γιατί αν συνηθίσουμε το κακό, θα του μοιάσουμε!

  Ε, λοιπόν να το καταλάβουν: η δική μας πατρίδα δεν είναι οι εντολές των τοκογλύφων! Η δική μας πατρίδα δεν είναι οι κυβερνητικοί εντολοδόχοι της οικονομικής ολιγαρχίας και της τρόικας που κάνοντας την ανομία «νόμο», ψήφισαν  και επικύρωσαν τους προσυμφωνημένους όρους των ξένων κηδεμόνων. Η δική μας πατρίδα δεν είναι αυτοί που το λίπος γουργουρίζει ακόμη και στη φωνή τους την ίδια στιγμή που ο γιατρός διέγνωσε υποσιτισμό των μαθητών μας. Η δική μας πατρίδα δεν είναι αυτοί που φέρνουν τα κοινωνικά  δικαιώματα στο απόσπασμα, την ελληνική οικονομία ανέκκλητα στη χρεοκοπία και τη χώρα στη νεοαποικιακή υποδούλωση και λεηλασία. 

  Δεκάδες φορές ως τώρα στην Ιστορία τον μονόδρομο προς τα Τάρταρα τον έχουν φράξει τα οδοφράγματα. Kάθε Mινώταυρος και κάθε Λαβύρινθος μπορεί να αντιμετωπιστεί!

  Μόνη προοπτική για τον εργαζόμενο λαό, είναι η οργάνωση και το δυνάμωμα των αγώνων του. Ας δώσουμε ενεργητικά τη συμβολή μας γι’ αυτό το σκοπό. Κάτω η αντιλαϊκή και ξενόδουλη κυβερνητική πολιτική. Όλοι στον αγώνα.
Όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων, γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά, παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες των ανθρώπων.
ΖΗΤΩ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΟΧΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
 
Χρήστος Κάτσικας
«Δεν είναι δυνατόν να ήσαν άνθρωποι με σώας τας φρένας αυτοί που υπεξαίρεσαν εν ώρα νυκτός την Γερμανικήν σημαίαν, η οποία εκυμάτιζεν, επί της Ακροπόλεως, παραπλεύρως της Εθνικής μας Σημαίας. Διότι μόνον παράφρονες ή όργανα ξένης προπαγάνδας ημπορούσαν να διαπράξουν μιαν τόσο επαίσχυντο πράξιν. Και είναι βέβαιον ότι, αν οι δράσται του εγκλήματός της περιήρχοντο εις χείρας του ελληνικού λαού, θα λυντσάροντο από αυτόν τον ίδιον ως εχθροί της πατρίδος μας».(Eφημερίδα «Βραδυνή», 2/6/1941).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σε ευπρεπές επίπεδο, όπως αρμόζει στο χώρο της εκπαίδευσης. Όλα τα σχόλια θα δημοσιεύονται αρκεί να μην θίγεται η τιμή και η υπόληψη κανενός.